Στα όρια της Αιγείρας δεν λειτουργεί κανένας ΧΥΤΑ.- Το «πρόβλημα», φυσικά, δεν είναι τωρινό... Περί τα μέσα της δεκαετίας τού 1990, ξεκίνησαν οι διεργασίες μέσω του Συμβουλίου Περιοχής για τη δημιουργία ΧΥΤΑ στην περιοχή ΚΑΚΗ ΧΟΥΝΗ Αμπελοκήπων της κοινότητας Χρυσαμπέλων. Κατόπιν ήρθε ο «Καποδίστριας» και στο νέο αυτοδιοικητικό περιβάλλον της Αχαΐας, άρχισε ο συντονισμός του μεγαλόπνοου(!) προγράμματος «διαχείρισης απορριμμάτων»… Τέσσερις ΧΥΤΑ στην Αχαΐα… Κακή Χούνη, Παπανικολού, Ξερόλακα, Φλόκα. Μα που είναι αυτές οι περιοχές, θα αναρωτηθεί κάποιος. Μόνο στην Κακή Χούνη γνωρίζω ότι είναι ο ΧΥΤΑ Αιγείρας… Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί σε αυτό, είναι ότι η τότε Δημοτική αρχή θεώρησε ότι η ονομασία «ΧΥΤΑ Αιγείρας» θα είναι ένα ισχυρό "brand name" για την αναγνωρισιμότητα της περιοχής – ισχυρότερο ίσως και από αυτό του Αρχαίου θεάτρου Αιγείρας...! Φυσικά, κανείς άλλος στην Αχαΐα, δεν ακολούθησε το σκεπτικό αυτό, αφού η Παπανικολού δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Συμπολιτείας (Ροδοδάφνης), η Ξερόλακα δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Πατρών, του Φλόκα δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Ωλενίας, ο ΧΥΤΑ Φυλής δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Αθηνών κλπ κλπ...11 ΜΑΪΟΥ 2017

ττττττ

05-03-2015 / 25 χρονια, για «στρωσιμο» σιδηροτροχιων…

05-03-2015. Αθήνα - Πάτρα, με τρένο: 25 χρόνια, για «στρώσιμο» σιδηροτροχιών… Του Κώστα Ρόζου- Η ανυπαρξία ενιαίας στρατηγικής των τοπικών φορέων και η "σαλαμοποίηση" τού έργου από το φορέα υλοποίησης, οδήγησαν στον χρονικό «εκτροχιασμό» τού σιδηροδρομικού δικτύου τής Βόρειας Πελοποννήσου... Είναι γεγονός, ότι η υπόθεση της κατασκευής του νέου σιδηροδρομικού δικτύου, δεν ευρίσκεται αυτό το διάστημα στην ημερήσια (πολιτική) διάταξη. Το θέμα, μάλλον, «ξεθώριασε» και δημοσιογραφικά… Κούρασε, απογοήτευσε, ξεχάστηκε…; Ίσως όλα αυτά μαζί. «Και πολύ ασχοληθήκαμε», θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος. «Και της Άρτας το γιοφύρι, γρηγορότερα τελείωσε. Επί δύο - τρεις δεκαετίες, τρένο ακούμε και τρένο δεν βλέπουμε…» Ουδέποτε, πάντως, το στρατηγικής σημασίας έργο της σιδηροδρομικής σύνδεσης Αθήνας – Πάτρας, ήταν σε υψηλό βαθμό πολιτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος, αφού η διαχρονική διαχείρισή του, ήταν τουλάχιστον περιπτωσιολογική και αποσπασματική. Το γνωστό, «βλέποντας και κάνοντας» Έτσι, και εν έτι 1993, ούτε καν στα «ψιλά» πέρασε μια σημαντική μελέτη και ασυζητητί πετάχτηκε στα «σκουπίδια», η οποία αν είχε αξιοποιηθεί σωστά, σήμερα δεν θα αναρωτιόμαστε, ούτε πότε το τρένο θα φτάσει στην Πάτρα, ούτε θα υπήρχε δυσανασχέτηση στις τοπικές κοινωνίες με τη διαφορετική αντιμετώπιση των παραλιακών οικισμών σε Κορινθία και Αχαΐα (αλλού εγκρίθηκαν υπογειοποιήσεις, αλλού εγκρίθηκαν παρακάμψεις, αλλού παρέμειναν διχοτομήσεις)… Και ενώ σήμερα η συζήτηση -περί σύγχρονου τρένου- έπρεπε να είναι σε άλλο επίπεδο, στο πόσες δηλ. εμπορικές αμαξοστοιχίες θα μπορούσαν να διακινούνται απευθείας από το λιμάνι της Πάτρας με κατεύθυνση τον ευρωπαϊκό βορά, και πόσες εκφορτώσεις πλοίων θα μπορούσαν να γίνονταν σε ελληνικά τρένα από τα λιμάνια Αιγίου, Κιάτου, Κορίνθου, αντ’ αυτής επί μία δεκαπενταετία τουλάχιστον ανακυκλώνεται η ίδια συζήτηση: Υπομονή, το τρένο έφτασε στο Κιάτο. Υπομονή, σύντομα θα φτάσει στο Ξυλόκαστρο. Υπομονή, σύντομα θα το δούμε στη Ακράτα. Υπομονή, η υπογειοποίηση του Διακοπτού τελείωσε. Υπομονή, οι σταθμοί και οι στάσεις είναι έτοιμοι από το 2012. Υπομονή, τα τούνελ και η παράκαμψη του Αιγίου εδώ και χρόνια είναι έτοιμα. Υπομονή, η Παναγοπούλα είναι (σχεδόν) έτοιμη. Υπομονή, μέσα στο 2015 θα δημοπρατηθούν άλλα 10 χλμ… Και τα χρόνια περνάνε, με αλλεπάλληλες ανανεώσεις χρόνου. Αρχικός σχεδιασμός: Κιάτο – Αίγιο, ολοκλήρωση το 2009. Άντε το 2010, γιατί φταίξανε ενστάσεις τοπικών κοινωνιών. Άντε το 2011, γιατί φταίξανε τα οικονομικά προβλήματα των κατασκευαστών. Άντε το 2012, γιατί φταίξανε οι ενστάσεις «αντιπάλων» κατασκευαστών. Άντε το 2013, γιατί φταίξανε τα έργα στο Θολοπόταμο που πνίξανε την Αιγείρα. Άντε το 2014, γιατί εμποδίζανε τα αρχαιολογικά ευρήματα. Άντε το 2015, γιατί φταίξανε οι καθυστερημένες απαλλοτριώσεις. Άντε το 2016, γιατί φταίξανε προβλήματα χρηματοδότησης. Άντε το 2017 γιατί… κλπ. κλπ. κλπ. Σε γενικές γραμμές, πάντοτε κάτι φταίει. Είτε αυτό ονομάζεται έλλειψη εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού, είτε ατολμία αντιμετώπισης μιας καταστροφικής «τριτοκοσμικής» γραφειοκρατίας, είτε σύγχυση αρμοδιοτήτων, είτε έλλειψη ενημέρωσης των τοπικών κοινωνιών… είτε, είτε… Θα μπορούσε, βέβαια, όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις να ενσωματωθούν στο εξής ρητορικό ερώτημα: «Τελικά, το έργο τού νέου σιδηροδρομικού δικτύου Κορίνθου - Πατρών, είναι έργο που υλοποιεί η κεντρική εξουσία ή έργο που το διαχειρίστηκαν οι κατά τόπους παράγοντες εξουσίας…;» Με άλλα λόγια «Υπήρξε και πόσο επηρέασε, ένα αόρατο πολιτικό «μπρα ντε φερ» μεταξύ κεντρικής εξουσίας και τοπικής αυτοδιοίκησης, χρησιμοποιώντας δίκαια τοπικά αιτήματα, αναλόγως εκλογικών σκοπιμοτήτων ;» Όμως, σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι πολύ πιο περίπλοκο. Για να εξαχθεί κάποιο ασφαλές συμπέρασμα για το «τις πταίει» στο σχεδιασμό τού σύγχρονου σιδηροδρόμου, θα πρέπει όσοι ενεπλάκησαν τις περασμένες δεκαετίες με την περιφερειακή – πολιτική διαχείρισή του, να ερωτηθούν, αν ασχολήθηκαν σε βάθος με την διερεύνηση της τοπικής ιστορίας, της γεωμορφολογίας, τους τουριστικούς και αρχαιολογικούς προορισμούς, τους περιφερειακούς συγκοινωνιακούς κόμβους, τους υπάρχοντες και μελλοντικούς χωροταξικούς σχεδιασμούς, τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής κατά μήκος της παραλιακής βόρειας Πελοποννήσου. Πασιφανές, ότι το εν λόγω ερώτημα θα μείνει στο διηνεκές αναπάντητο… Με το σκεπτικό αυτό, λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από τη φράση «τις πταίει» τού Τρικούπη, ο οποίος σε πέντε χρόνια -δανειζόμενος 250 εκατομ. φράγκα- ένωσε την Πάτρα και την Αθήνα με γραμμή μικρότερη των τότε διεθνών σιδηροδρομικών προδιαγραφών, τονίζοντας ότι λόγω μεγάλου κόστους η μεγαλύτερη γραμμή θα κατασκευαζόταν αργότερα… Τότε κατασκευάσθηκαν και οι δεκάδες σταθμοί - στάσεις κατά μήκος των παραλίων του νότιου Κορινθιακού σε σημεία που, είτε ήταν κωμοπόλεις, είτε ήταν μικρά εμπορικά επίνεια της πυκνοκατοικημένης τότε ενδοχώρας. Με απλά λόγια, η σημερινή οικιστική μορφή της βόρειας Πελοποννήσου οφείλεται κατά πολύ στη μελέτη - κατασκευή του σιδηροδρόμου στα τέλη του 19ου αιώνα. Βέβαια, το «αργότερα» του Τρικούπη, ήρθε (ως σκέψη) με καθυστέρηση ενός αιώνα ! Αισίως, λοιπόν, φτάσαμε στο 1993. Τη χρονιά εκείνη, οι δεκάδες παραθαλάσσιες Κοινότητες εκατέρωθεν του Κορινθιακού Κόλπου, έγιναν αποδέκτες ενός ογκωδέστατου βιβλίου, με το συνοδευτικό έγγραφο του αρμόδιου Υπουργείου που ζητούσε να ενημερωθούν οι δημότες και οι τοπικοί φορείς επί του περιεχομένου και να αποσταλούν τυχόν προτάσεις ή ενστάσεις... Ουσιαστικά, τότε εισήχθη -με πλάγιο τρόπο- στην ελληνική πραγματικότητα μια «νέα» λέξη, αυτή της ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ, με την έννοια ότι το κράτος προτείνει στον πολίτη και ο πολίτης αντιπροτείνει… Τη μελέτη, που είχε παραγγελθεί και πληρωθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ, υπέγραφε το γνωστό γραφείο τού Θύμιου Παπαγιάννη. Τι περιείχε αυτό το βιβλίο; Ξεκινούσε με μία ...άγνωστη φράση: «Ειδική χωροταξική μελέτη Κορινθιακού κόλπου» και με μια λεπτομερέστατη περιγραφή, σπιθαμή προς σπιθαμή σκιαγραφούσε το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει η μελλοντική αναπτυξιακή πορεία των παράλιων περιοχών περιμετρικά του Κορινθιακού… -Σήραγγες και κοιλαδογέφυρες, με τις οποίες θα παρακάμπτονταν οι Εθνικοί Άξονες (Αυτοκινητόδρομος, Σιδηρόδρομος) για να μην διχοτομούν τους ασφυχτικά δομημένους παράλιους οικισμούς. -Αυστηρές προδιαγραφές πολεοδόμησης. -Ζώνες πρασίνου, αγροτικές, ήπιας δόμησης. -Ζώνες προστασίας θαλάσσιου περιβάλλοντος. -Αρχαιολογικές ζώνες, με πλήρη απαγόρευση οικιστικής δραστηριότητας. κλπ… Πόσοι, όμως, ενημερώθηκαν για εκείνη την μελέτη; Με σιγουριά, μπορεί να δοθεί η εξής απάντηση: Λίγοι πληροφορήθηκαν την ύπαρξή της, λιγότεροι την «έπιασαν» στα χέρια τους, ελάχιστοι τη διάβασαν και την αξιολόγησαν. Πολλοί από αυτούς, που απλώς την «άγγιξαν», άρχισαν τη γκρίνια: «Μα είναι δυνατόν το Κράτος να πληρώνει μελέτες που περιγράφουν …παραμύθια. Άκου, λέει, να περάσουν το τρένο και την Εθνική Οδό με τρία τούνελ κάτω από τα Μάρμαρα (Αιγείρα). Δεν γίνονται αυτά στη σεισμογενή Ελλάδα…» Φυσικά, όλοι και χωρίς δεύτερη κουβέντα την απέρριψαν μετά βδελυγμίας. Όχι, επειδή φοβήθηκαν μη γυρίσει η γη …ανάποδα, αλλά για έναν πολύ - πολύ σοβαρό λόγο. Οι φραγμοί, που θα έμπαιναν στους όρους δόμησης και επέκτασης των οικιστικών ιστών, έγιναν το «κόκκινο πανί». Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να βάλει «φρένο» στη νέα «belle epoque» -αντιπαροχής εξοχικής κατοικίας- στις ανερχόμενες Ριβιέρες του Κορινθιακού… Και έτσι, η ειδική χωροταξική μελέτη, ενταφιάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες!...

Όταν το εύρος των περιβαλλοντικων μας ευαισθησιών είναι οσο το οπτικο μας πεδιο !

1 ΙΟΥΛ 2011. Όταν το εύρος των περιβαλλοντικών μας ευαισθησιών είναι λίγο πιο μακριά από το οπτικο-πολιτικό μας πεδίο !… Πριν μερικούς μήνες ευρισκόμενος σε εκδήλωση φορέα Ειδικών αναγκών στην Αχαϊκή πρωτεύουσα, είχα την ευκαιρία στο περιθώριο της εκδήλωσης να συνομιλήσω με αρκετούς Αχαιούς πολιτικούς - βουλευτές, περιφερειακούς και δημοτικούς συμβούλους (κυρίως Πατρινούς). Και ενώ η κουβέντα περιστρεφόταν στο τι μέλλει γενέσθαι με τα βαλτωμένα οδικά και σιδηροδρομικά έργα, γνωστός μου Πατρινός (τέως δημοτικός σύμβουλος) με ρώτησε χωρίς περιστροφές: Τι θα γίνει, θα πάρετε κανένα σκουπίδι στην Αιγείρα και από την Πάτρα που έχει σοβαρότατο πρόβλημα… τόσα λεφτά σάς έδωσε το κράτος για ΧΥΤΑ και τον θέλετε μόνο για την πάρτη σας… Φανερά ενοχλημένος και νομίζοντας ότι μου κάνει πλάκα, απευθύνθηκα στη μικρή “πολιτική” παρέα λέγοντάς τους: -Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι δεν γνωρίζετε τίποτα για την περιοχή τής Αιγείρας, σας προσκαλώ σε μία επίσκεψη στον ΧΥΤΑ στην Κακή Χούνη, αφού πρώτα με ξεναγήσετε εσείς στον ΧΥΤΑ τής Ωλενίας… -Τι είναι η Κακή Χούνη με ρώτησε κάποιος διπλανός (μη πολιτικός) με απορία… - Μια περιοχή στη απέναντι βουνοκορφή από το αρχαίο Θέατρο, του απάντησα… -Δεν γνώριζα ότι εκεί υπάρχει θέατρο, θα περάσω καμιά φορά να το δω, πού ακριβώς είναι η Αιγείρα, μετά την Ακράτα και πριν το Ξυλόκαστρο νομίζω... -Έχεις δει που κατασκευάζονται οι σήραγγες της Ακράτας τού Αυτοκινητόδρομο, εκεί ακριβώς ευρίσκεται η Αιγείρα, του είπα, κλείνοντας τη συζήτηση… Από τότε, κάθε φορά που έρχεται στην επικαιρότητα ο “σκουπιδοπόλεμος” της Αιγιαλείας, ο οποίος όντως έχει αγγίξει τους ευαισθητοποιημένους περιβαλλοντικά συντοπίτες ώστε να μη γίνει η Κακή Χούνη τα “Λιόσια” τής Βόρειας Πελοποννήσου, έρχεται στη μνήμη και η παραπάνω “ενοχλητική” Πατρινή συζήτηση. Τα ερωτήματα είναι πολλά και ενδεχομένως αναπάντητα… Αξίζει για την Αιγείρα και την ευρύτερη περιοχή της, το κύριο σημείο “κοινωνικοπολιτιστικού” προσδιορισμού της να είναι “η "σκουπιδιάρα" της παραλιακής Αχαΐας”, τη στιγμή που έχουμε άκρως σημαντικές αρχαιολογικές περιοχές, όμορφες παραλίες, καταπληκτικούς ορεινούς όγκους, μια πολύ ενδιαφέρουσα -προς περιπατητική εξερεύνηση- κοίτη του Κριού κ.ο.κ. Γιατί,λοιπόν, αφήσαμε την περιβαλλοντική μας ευαισθησία να εκφράζεται μόνο μέσα από τα σκουπίδια, αφήνοντας κοντινούς και μακρινούς γείτονες να θεωρούν ότι το μόνο που είναι άξιο λόγου στην περιοχή τού τέως Δήμου Αιγείρας είναι ένας "υπερσύγχρονος" Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων; Δεν είναι περιβαλλοντικά ευαίσθητο το Πρόβλημα της διάσωσης, από τη φθορά τού χρόνου, του Θεάτρου τής Αρχαίας Αιγείρας; Δεν είδαμε όμως καμία "διαδήλωση" διαμαρτυρίας εδώ και δεκαετίες… Ούτε στην περίπτωση της σιδηροδρομικής χάραξης μάς βγήκε το περιβαλλοντικό μας αισθητήριο, αφού τον Απρίλιο του 2004 δεν άνοιξε "στόμα" διαμαρτυρίας κατά όλων των Πολιτικών Παρατάξεων που (από άγνοια ή αδιαφορία) μετείχαν στην Ομόφωνη ψήφιση της διχοτόμησης της Αιγείρας, πιστεύοντας ότι διχοτομούσαν το Δερβένι! Βέβαια, ούτε στον Τρικούπη τράβηξαν το αυτί οι πρόγονοί μας, όταν το 1883 έκοψε στη μέση τα χειμαδιά τής περιοχής… Θα μπορούσαμε επίσης όλοι εμείς (οι περιβαλλοντικά ευαίσθητοι) να είχαμε (έστω) ρωτήσει γιατί σε μια μέρα κόπηκαν δεκάδες ευκάλυπτοι στις εκβολές του Κριού, που είχαν φυτευτεί από τους νεολαίους του Πολιτιστικού Συλλόγου Αιγείρας στα τέλη τής 10ετίας του '70. Κόπηκαν, φυσικά, για την ανάγκη επέκτασης του Δημοτικού Σταδίου Αιγείρας. Μήπως όμως θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, έστω μερικοί, αν υπήρχε κάποια τεκμηριωμένη αντίδραση; Βέβαια, εκεί που εκτονώσαμε όλη την περιβαλλοντική μας “αγάπη” για την περιοχή, ήταν το θέμα τής διάβρωσης των ακτών. Πάμπολλες εκδηλώσεις ενημέρωσης και κλήση ειδικών επιστημόνων θα μπορούσαν… να είχαν γίνει στην Αιγείρα, ώστε να είχε σωθεί τουλάχιστον οπτικά η -μοναδικής ομορφιάς- παραλία μας και φυσικά να μην ήμασταν απόντες κατά την -χωρίς επιστημονική μελέτη- ρίψη ογκόλιθων στη θάλασσα. Τουλάχιστον, ας μας το επέβαλε η αισθητική μας, εφόσον δεν χτύπησε το καμπανάκι τής οικολογικής μας ευαισθησίας… Εν κατακλείδι, μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε το εύρος των περιβαλλοντικών μας ευαισθησιών λίγο πιο μακριά από το οπτικό-πολιτικό μας πεδίο…; Κ.Ρ....

ΔΕΚ. 2001 ...Τα χέρια ψηλά στη σύγχρονη πολιτική άποψη

ΔΕΚ. 2001 - "Τα χέρια ψηλά… στη σύγχρονη πολιτική άποψη"… Του Κώστα Ρόζου. Πρόσφατα, έτυχε να συμ­με­τέ­χω σε μί­α “θυελ­λώ­δη” συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό τα το­πι­κά πο­λι­τι­κά δρώ­με­να. Στην προ­σπά­θεια των συ­νο­μι­λη­τών να α­να­λύ­σουν τη τρέ­χου­σα κα­τά­στα­ση, α­κού­στη­καν πολ­λές και α­ντι­κρουό­με­νες α­πό­ψεις. Τη στιγμή εκείνην θυ­μήθη­κα κάτι που είχα μάθει στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του ’70 ως δευ­τερο­ε­τής φοιτητής του Τμήματος Πο­λι­τι­κών Ε­πι­στη­μών της Νομικής Σχο­λής Αθηνών και α­φο­ρού­σε το μάθημα της Πο­λι­τι­κής Ε­πι­κοι­νω­νί­ας (της κατ’ ε­ξο­χήν ε­πι­στή­μης που α­να­λύ­ει τη σχέ­ση ε­ξου­σί­ας – πο­λί­τη και πολί­τη – ε­ξου­σί­ας. Η έννοια της ε­ξου­σί­ας περιέχει όλα τα είδη: Κεντρική – Πε­ρι­φε­ρεια­κή και στο προ­κεί­με­νο την Τοπική). Όταν όμως άρχισα να τους α­φη­γού­μαι την ε­πι­στη­μο­νι­κή ά­πο­ψη που είχε κα­τα­γρα­φεί πριν 25 πε­ρί­που χρό­νια (για το πώς δηλ. α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την ε­πι­κοι­νω­νί­α με­τα­ξύ διοι­κού­ντων και διοι­κού­με­νων σή­με­ρα), με διέ­κοψαν λέ­γο­ντάς μου ό­τι τα πράγ­μα­τα έ­χουν αλ­λά­ξει και η ε­πι­κοι­νω­νί­α της ε­ξου­σί­ας με τον πο­λί­τη γί­νε­ται πλέ­ον σε άλ­λες δια­στά­σεις α­φού δια­νύ­ου­με τον αιώ­να της πα­γκό­σμιας πλη­ρο­φό­ρη­σης και ο κα­θέ­νας μας έ­χει ά­με­ση (ε­λεγ­χό­με­νη;) γνώ­ση για το τι γί­νε­ται αυ­τή τη στιγ­μή στη πιο α­πό­μα­κρη γω­νιά του πλα­νή­τη. Αρ­χι­κά συμ­φώνη­σα μα­ζί τους, τους πα­ρε­κά­λε­σα ό­μως να α­πορ­ρί­ψουν τα λε­γό­με­νά μου, ε­φό­σον δεν τα α­σπά­ζο­νται, με­τά το τέ­λος της σύ­ντο­μης το­πο­θέ­τη­σής μου. Τους “πή­γα” λοι­πόν στο πα­νε­πι­στη­μια­κό έ­τος 1978 – 1979 και τους πε­ριέ­γρα­ψα έ­να μο­ντέ­λο διοί­κη­σης που α­φο­ρού­σε μι­κρές κοι­νω­νί­ες σε μί­α υ­πό α­νά­πτυ­ξη υ­πο­θε­τι­κή χώ­ρα με γε­ω­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρό­μοια με το χώ­ρο που ζού­με, λέγοντάς τους τα ε­ξής: Πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ό­τι σε χω­ριά με κά­τω α­πό 5.000 κα­τοί­κους οι άν­θρω­ποι ζουν μέ­σα σε έ­να σύ­στη­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο “κοι­νο­τι­κό” πα­ρά “κοι­νω­νια­κό”, όπου η ο­ρια­κή α­νω­νυ­μί­α δεν υ­πάρ­χει για να ε­ξα­σφα­λί­σει στον κα­θέ­να μια σχετι­κά αυ­τό­νο­μη ζω­ή. Στις πε­ρι­πτώ­σεις αυ­τές ο έ­λεγ­χος της το­πι­κής ε­ξου­σί­ας εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρος α­πό ό,τι σε πό­λεις ά­νω των 10.000 κα­τοί­κων. Η εκ­με­τάλ­λευση αυ­τής της ι­διαι­τε­ρό­τη­τας α­πό τους διοι­κού­ντες συ­νί­στα­ται στο να δη­μιουρ­γούν το­πι­κούς μη­χα­νι­σμούς πρα­κτό­ρευ­σης και ε­πο­πτεί­ας των πο­λι­τών ε­νώ κά­θε πρω­το­βου­λί­α της α­ντι­πο­λί­τευ­σης γί­νεται α­μέ­σως α­ντι­λη­πτή, ε­πι­ση­μαί­νε­ται και έμ­με­σα α­πο­θαρ­ρύ­νε­ται. Με αυ­τόν τον τρό­πο α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε για­τί κά­τω α­πό τέ­τοιες συν­θή­κες η “κα­τεύ­θυν­ση” της πο­λι­τι­κής ε­πι­κοι­νω­νί­ας ε­νι­σχύ­ει πε­ρισ­σό­τερο την υ­φι­στά­με­νη πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση (συ­μπο­λί­τευ­ση) πα­ρά την α­ντι­τι­θέ­με­νη σε αυ­τή πο­λιτι­κή το­πο­θέ­τη­ση (α­ντι­πο­λί­τευ­ση). Σε ο­ρι­σμέ­νες μά­λι­στα πε­ρι­πτώ­σεις που ο α­πο­κλει­σμός των πο­λι­τι­κών α­ντι­πά­λων α­πό το διοι­κη­τι­κό μη­χα­νι­σμό εί­ναι λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γε­νι­κός οι το­πι­κοί διοι­κη­τι­κοί πα­ρά­γο­ντες θε­ω­ρού­νται α­πό τους δη­μό­τες ως φορείς πραγ­μα­τι­κής πο­λι­τι­κής ε­ξου­σί­ας. Αυ­τό μπο­ρεί να έ­χει κα­τα­στρε­πτι­κές συ­νέ­πειες στην ε­ξέ­λι­ξη μιας πε­ριοχής, με την πα­θη­τι­κή α­πο­δο­χή α­πό την πλευ­ρά των διοι­κού­με­νων “πα­ντός κρα­τού­ντος” (Πλή­ρης α­δια­φο­ρί­α για τις πο­λι­τι­κές ε­ξε­λί­ξεις!) Και αυ­τό για να μη δυ­σα­ρε­στού­νται οι πα­ρά­γο­ντες και να διεκ­πε­ραιώ­νο­νται οι μι­κρο­ϋ­πο­θέ­σεις (ρου­σφέ­τια)!... Ε­δώ, με διέ­κοψε α­πό­το­μα έ­νας α­πό τους συ­νο­μι­λη­τές μου, που μάλ­λον θε­ώ­ρη­σε ό­τι ο ο­ρι­σμός “πα­ρά­γο­ντες - ρου­σφέ­τια” ί­σως α­φο­ρούσε και αυ­τόν, λέ­γο­ντάς μου: Τι εί­ναι αυ­τά που λες, δεν βρι­σκό­μα­στε στη δε­κα­ε­τί­α του 1930! Σε λί­γες μέ­ρες πα­τά­με το 2002 και τί­πο­τα α­πό τα πα­ρα­πά­νω δεν ι­σχύ­ει σή­με­ρα ε­δώ... Πα­ρα­δέ­χτη­κα τη “λαν­θα­σμέ­νη” το­πο­θέ­τη­σή μου, α­φή­νο­ντας τους υ­πολοί­πους να συ­νε­χί­σουν την πο­λι­τι­κή α­νά­λυ­ση της το­πι­κής κα­τά­στα­σης, α­φού πεί­στη­κα ό­τι η το­πο­θέ­τη­σή μου εί­ναι(;) ε­κτός τόπου και χρό­νου, μη έ­χοντας κα­μί­α σχέ­ση με τη ση­με­ρι­νή “ε­ξου­σί­α”... Με λί­γα λό­για σή­κω­σα τα χέ­ρια ψη­λά α­πέ­να­ντι στη σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή πραγ­μα­τικό­τη­τα, α­να­λο­γι­ζό­με­νος την “λαν­θα­σμέ­νη γνώ­ση” που μας δί­δα­σκε ο γνω­στός Κα­θη­γη­τής Πο­λι­τι­κής Ε­πι­στή­μης κ. Με­τα­ξάς! Το μό­νο που δεν ξέ­ρω πά­ντως, εί­ναι αν έ­χουν πει­στεί και οι υ­πό­λοιποι...

26 Φεβ 2007

26-2-2007: Η ζωή και το έργο τού Σπύρου Περεσιάδη

 Όπως τα “είδε” και μας τα αφηγήθηκε η Τασία Ευσταθίου
Μί­α πο­λύ ση­μα­ντι­κή ο­μι­λί­α διάρ­κειας πλέ­ον της ώ­ρας, που κάλ­λι­στα το περιεχόμενό της θα μπο­ρού­σε να γί­νει και βι­βλί­ο, είχα­με την ευ­και­ρί­α να πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με στις 26 Φε­βρουα­ρί­ου 2007 στη Δη­μο­τι­κή βι­βλιο­θή­κη της Πά­τρας.
Η Τα­σί­α Ευ­στα­θί­ου με α­φορ­μή τη ζω­ή και το έρ­γο του Σπύ­ρου Πε­ρε­σιά­δη, έ­κα­νε μια ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη κα­τα­γρα­φή γε­γο­νό­των συ­νο­δευ­μέ­νων α­πό έ­να πλού­σιο ο­πτι­κο­α­ου­στι­κό υ­λι­κό και πέ­τυ­χε να «τα­ξι­δέ­ψει» το πο­λυ­πλη­θές α­κρο­α­τήριο σε “χρόνους παλαιούς”, παρουσιάζο­ντας με τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο μια πο­λύ­πλευ­ρη και ση­μα­ντι­κή πτυ­χή της Το­πι­κής (Α­κρα­τι­νής και ό­χι μό­νο) Ι­στο­ρί­ας που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην περί­ο­δο της ζω­ής του τυ­φλού «δρα­μα­τουρ­γού» της Γκόλ­φως….
Ε­παι­νε­τι­κή, για την ο­μι­λή­τρια η ο­ποία κα­ταχει­ρο­κρο­τή­θη­κε και η προ­σφώ­νη­ση – α­πο­φώ­νη­ση που έ­γι­νε α­πό την κ. Μα­ρί­α Κα­ρε­λά μέ­λους Δ.Σ. της ε­ται­ρεί­ας Λο­γο­τε­χνών Ν.Δ. Ελ­λά­δος και α­ντι­προέδρου της Ε­ται­ρεί­ας Ελ­λη­νο­ϊ­τα­λι­κής Φι­λί­ας και Έ­ρευ­νας “Ού­γκο Φό­σκο­λο”.
Ακολουθούν μικρά αποσπάσματα από τη διάλεξη της κυρίας Ευσταθίου
Κυ­ρί­ες και κύ­ριοι, …
Ευ­χα­ρι­στώ τους αν­θρώ­πους του Το­μέ­α Παι­δεί­ας και Πο­λι­τι­σμού της Νο­μαρ­χια­κής Αυ­το­διοί­κη­σης Α­χα­ΐ­ας που με συ­μπε­ριέ­λα­βαν στον κύ­κλο των ο­μι­λη­τών του Α­να­γνω­στη­ρί­ου της Δη­μο­τι­κής Βι­βλιο­θή­κης Πα­τρών. Εί­ναι πραγ­μα­τι­κά με­γά­λη μου τι­μή να βρί­σκο­μαι α­νά­με­σα σε αν­θρώ­πους των Γραμ­μά­των, του πο­λιτι­σμού και απ’ ό­τι βλέ­πω του θε­ά­τρου. Ευελ­πι­στώ με την α­πο­ψι­νή μου ει­σήγη­ση να α­ντα­πο­κρι­θώ στις υ­ψη­λού ε­πι­πέ­δου πα­ρου­σιά­σεις που πραγ­μα­το­ποιεί­τε σε αυ­τόν τον χώ­ρο.
Ε­πέ­λε­ξα να μιλή­σω α­πό­ψε για τον τυ­φλό δρα­μα­τουρ­γό και ποι­η­τή της α­χα­ϊ­κής γης, Σπυ­ρί­δωνα Πε­ρε­σιά­δη. Η κοι­νή κα­τα­γω­γή μας α­πό την Α­να­το­λι­κή Αι­γιά­λεια στοι­χεί­ο που μας ε­νώ­νει. Σα δη­μιουρ­γός κι ε­γώ νιώ­θω το σφι­χτα­γκά­λια­σμα α­ό­ρα­των και μυ­στη­ριω­δών ι­στών να με συν­δέ­ουν άρ­ρη­κτα με το δη­μιουρ­γό της Γκόλ­φως. Ιστοί πο­τι­σμέ­νοι στο με­λά­νι της έ­μπνευ­σης που πη­γά­ζει α­βί­α­στα α­πό τού­τον τον Α­χαιό τό­πο, τον ευ­λο­γη­μέ­νο α­πό τη φύ­ση και την α­γκα­λιά Θε­ών και η­μι­θέ­ων. Πα­ρό­λο που μας χω­ρί­ζει έ­νας αιώ­νας πε­ρί­που δη­μιουρ­γί­ας, ό­λο αυ­τόν τον και­ρό που ψα­χού­λευα τη ζω­ή του στα σε­ντού­κια της μνή­μης αν­θρώ­πων αλ­λά και στις σε­λί­δες βι­βλί­ων, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι αυ­τός ο τό­πος μπο­ρεί να ε­μπνέ­ει, μπο­ρεί να κά­νει τις καρ­διές να σκιρ­τούν και να κι­νη­το­ποιεί την πέ­να να αφή­σει το α­πο­τύ­πω­μά της στο χαρ­τί.
Θέ­λο­ντας να σκια­γρα­φή­σω τον Σπυ­ρί­δω­να Πε­ρε­σιά­δη, συ­νει­δη­τά θα ε­ντά­ξω το δη­μιουρ­γό και το έρ­γο του στην το­πο­γε­ω­γρα­φί­α της α­χα­ϊ­κής γης. Με α­πα­σχό­λη­σε ό­λο αυ­τόν τον και­ρό της με­λέ­της του αρ­χεί­ου του, το ι­στο­ρι­κό της πλαί­σιο και βέ­βαια το οι­κο­νο­μι­κο­κοι­νω­νι­κό συ­γκεί­με­νο μέσα στο ο­ποί­ο ο συγ­γρα­φέ­ας με­γά­λω­σε, έ­χτι­σε την προ­σω­πι­κό­τη­τά του και δημιούρ­γη­σε.
Στα α­λή­θεια, η έ­ρευ­να για τον άν­θρω­πο αυ­τόν, που σφρά­γι­σε με το έρ­γο του το νε­ο­ελ­λη­νι­κό θέ­α­τρο πα­ράλ­λη­λα ό­μως και την ποί­η­ση, έ­χει ση­μειώ­σει μι­κρά βή­μα­τα. Μπο­ρεί οι με­λε­τη­τές του έρ­γου του να δια­φω­νούν για τη χρο­νο­λο­γί­α γέν­νη­σής του, για το αν υ­πα­γό­ρευε ό­λα του τα θε­α­τρι­κά έρ­γα ή αν τα έ­γρα­φε με τον δι­κό του ι­διό­τυ­πο τρό­πο, ό­λοι ό­μως συμ­φω­νούν στο τε­λευ­ταί­ο κε­φά­λαιο της βιο­γρα­φί­ας του. Ο Πε­ρε­σιά­δης ά­φη­σε πί­σω του έρ­γο σπου­δαί­ο.
Η προ­σφο­ρά του στα Γράμ­μα­τα εί­ναι σή­με­ρα α­διαμ­φι­σβήτη­τη κλη­ρο­δο­τώ­ντας μας πλου­σιό­τα­το και πο­λύ ση­μα­ντι­κό συγ­γρα­φι­κό έρ­γο. Βα­θιά μέ­σα μου πι­στεύ­ω ό­τι  θα έρ­θει ο και­ρός που το συγ­γρα­φι­κό του έρ­γο θα α­πο­τι­μη­θεί κα­λύ­τε­ρα μπαί­νο­ντας σε μια άλ­λη βά­ση με­λέ­της. Ο ποι­η­τής θα πάρει τη θέ­ση που ε­πά­ξια του α­νή­κει στο χώ­ρο της πνευ­μα­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας. Ο Γρ. Ξε­νό­που­λος σε δη­μο­σί­ευ­μα της ε­φη­με­ρί­δος «ΚΑ­ΘΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗ» (10-1-1920) με το ψευ­δώνυ­μο Πα­λη­ός γρά­φει: «….Πα­ρευ­ρέ­θην εις τας πρώ­τας της «Γκόλ­φως», «Σκλά­βας» και της «Ε­σμέ της Τουρ­κο­πού­λας» του Πε­ρε­σιά­δου. Κα­θε­μί­α  ή­το και έ­νας α­λη­θι­νός θρί­αμ­βος…. Εις το έρ­γον του Πε­ρε­σιά­δου, ευ­ρί­σκο­νται δραμα­τι­καί σκη­ναί τό­σο γνή­σιαι και πρω­τό­τυ­παι ώ­στε ν’ α­πο­ρεί κα­νείς πως ο ποι­η­τής αυ­τός δεν συ­γκα­τα­λέ­γε­ται με­τα­ξύ των με­γα­λυ­τέ­ρων δρα­μα­τι­κών του αιώ­νος…».
Με­λε­τώ­ντας την ι­στο­ρί­α της ε­πο­χής στο με­ταίχ­μιο του 19ου προς 20ου αιώ­να, ει­λι­κρι­νά σας εκ­μυ­στη­ρεύ­ο­μαι ό­τι βρέ­θη­κα σε δύ­σκο­λη θέ­ση. Πώς να α­πο­κα­λέ­σω τον Σπυ­ρί­δω­να Περε­σιά­δη; Θε­α­τρι­κό συγ­γρα­φέ­α ή ποι­η­τή; Με ποια ι­διό­τη­τα απ’ ό­λες να τον προσφω­νή­σω; Του γραμ­μα­τέ­α, του δα­σκά­λου, του σκη­νο­θέ­τη, του η­θο­ποιού, του καλ­λι­τέ­χνη, του δη­μο­σιο­γρά­φου, του πνευ­μα­τι­κού αν­θρώ­που, του δρα­μα­τουρ­γού ή του ποι­η­τή; Με ποια απ’ ό­λες θα τον θυ­μό­μα­στε; Ελ­πί­ζω με­τά το τέ­λος της παρου­σί­α­σής μου ο κά­θε α­κρο­α­τής να φύ­γει α­πό αυ­τήν ε­δώ την αί­θου­σα με τη δική του αί­σθη­ση μα πά­νω απ’ ό­λα με ε­κεί­νη την ε­πί­γνω­ση του ό­τι ο Πε­ρε­σιά­δης ή­ταν πά­νω απ’ ό­λα έ­νας γνή­σιος πνευ­μα­τι­κός δη­μιουρ­γός.
Ο Α­χαιός δη­μιουρ­γός γεν­νή­θη­κε στο Με­σορ­ρού­γι Νω­νά­κρι­δας το 1854. Το χω­ριου­δά­κι, στο ο­ποί­ο έ­κα­νε τα πρώτα του βή­μα­τα δεν α­πο­τε­λεί τί­πο­τα άλ­λο α­πό έ­ναν α­πέ­ριτ­το οι­κι­σμό, μια κεχρι­μπα­ρέ­νια χά­ντρα στο κο­μπο­λό­ι των ο­ρει­νών οι­κι­σμών που σή­με­ρα α­νή­κουν στο Δή­μο Α­κρά­τας.
Σε αυ­τό το πα­νέ­μορφο κα­τα­πρά­σι­νο Κλου­κι­νο­χώ­ρι πέ­ρα­σε τα παι­δι­κά του χρό­νια ο ποι­η­τής. Μεγά­λω­σε σε μια πο­λυ­με­λή οι­κο­γέ­νεια στο πα­τρι­κό του σπί­τι με τα άλ­λα τρί­α α­δέλ­φια του. Πη­γαί­νει στο ί­διο χω­ριό Δη­μο­τι­κό Σχο­λεί­ο και κα­τε­βαί­νει ύ­στε­ρα στο Σχο­λαρ­χεί­ο στην Α­κρά­τα. Με­τα­βαί­νει στα Κα­λά­βρυ­τα για να δε­χτεί τις γυ­μνα­σια­κές σπου­δές και να α­πο­φοι­τή­σει α­πό το ε­κεί Γυ­μνά­σιο.
Στα δώ­δε­κά του χρό­νια παί­ζο­ντας το ο­μα­δι­κό, δη­μο­φι­λές για την ε­πο­χή, παι­χνί­δι «κλί­τσι­κας», με τα παι­διά του χω­ριού, τραυ­μα­τί­ζε­ται α­πό το αιχ­μη­ρό ξύ­λο και στα­δια­κά τυ­φλώ­νε­ται α­πό το έ­να μά­τι. Και σαν να μην έ­φτα­νε αυ­τό, το χτύ­πη­μα της μοί­ρας ε­πα­νέρ­χε­ται α­δυ­σώ­πη­το, λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα στα 1879, ό­που νε­α­ρός τό­τε συμ­με­τέ­χει σε μια θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση με ε­ρα­σι­τέ­χνες στην Α­κρά­τα. Το ό­πλο εκ­πυρ­σο­κρο­τεί και θραύ­σμα­τα κα­ψου­λιού λα­βώ­νουν α­νε­πανόρ­θω­τα και το άλ­λο του μά­τι. Με τα μέ­σα που διέ­θε­ταν οι για­τροί της Α­θή­νας μά­ταια προ­σπά­θη­σαν να ε­πα­να­φέ­ρουν την ό­ρα­ση του ά­τυ­χου 25χρο­νου νέ­ου, που στα­δια­κά ε­ξα­φα­νί­ζε­ται χω­ρίς ό­μως να σβή­νει και τις ει­κό­νες μιας ζω­ής που πάλ­λε­ται μέ­σα α­πό τις ζω­ντα­νές παι­δι­κές του μνή­μες κι  ε­νός ό­μορ­φου και ήρε­μου κό­σμου που πα­λεύ­ει την ε­πο­χή ε­κεί­νη να κά­νει το άλ­μα στην α­νά­πτυ­ξη με τα αρ­γά και στα­θε­ρά βή­μα­τα των φι­λερ­γα­τι­κών Α­χαιών κα­τοί­κων του. Ο τραυ­μα­τι­κός κα­ταρ­ρά­κτης θα ο­δη­γή­σει το νε­αρό σε ο­λι­κή τύ­φλω­ση και θα συγ­γρά­ψει το σύ­νο­λο του έρ­γου του ό­ντας τυ­φλός.
Μια άλ­λη πτυ­χή της πο­λυ­τά­λα­ντης προ­σω­πι­κό­τη­τάς του, σί­γου­ρα, α­πο­τε­λεί και η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή του «κα­ριέ­ρα». Το 1891 ε­ξέ­δω­σε στην Α­κρά­τα, την ε­βδο­μα­διαί­α πο­λυ­γρα­φη­μέ­νη τε­τρα­σέ­λι­δη ε­φη­με­ρί­δα “Α­στρα­πή”, το α΄ δη­μο­σιο­γρα­φι­κό έ­ντυ­πο, το ο­ποί­ο κά­λυπτε τό­σο τα πο­λι­τι­κά ό­σο και τα πο­λι­τι­στι­κά τε­κται­νό­με­να της ε­πο­χής του.
Στην 22χρονη δη­μιουρ­γι­κή του πο­ρεί­α τα θε­α­τρι­κά κεί­με­να κα­τέ­χουν τη με­ρί­δα του λέ­οντος. Δέ­κα α­πό τα τυ­πω­μέ­να του έρ­γα του εί­ναι γραμ­μέ­να σε έμ­με­τρο λό­γο ε­νώ τέσ­σε­ρα σε πε­ζό λό­γο.
Οι με­λε­τη­τές του και οι κρι­τι­κοί θε­ά­τρου έ­χουν κα­τη­γο­ριο­ποι­ή­σει τα έρ­γα του σε κω­μει­δύ­λια και δρα­μα­τι­κά ει­δύλ­λια (Μαρ­γα­ρί­τα, Γκόλ­φω, Σκλά­βα, Νε­ρά­ι­δες, Προ­ε­στός του χω­ριού, Βα­σί­λισσα των Αν­θέ­ων, ο Μα­γε­μέ­νος Βο­σκός, Δι­πλά Στέ­φα­να) και σε πα­τριωτι­κά δρά­μα­τα (Ε­σμέ, Μόρ­φω, Χο­ρός του Ζα­λόγ­γου, Πάρ­γα, Πα­τρί­δα, Ε­θελο­ντής και η Α­νά­στα­σις που δεν γνω­ρί­ζου­με αν τυ­πώ­θη­κε, πα­ρό­λο που παί­χτηκε στο Δη­μο­τι­κό θέ­α­τρο Α­θη­νών το 1913).
Το έρ­γο του έ­νας πλου­σιό­τα­τος λε­ξιλο­γι­κός θη­σαυ­ρός που α­πο­τυ­πώ­νε­ται η α­πλο­ϊ­κή ζω­ή των ο­ρει­νών Αχαιών. Ο λε­κτι­κός του πλού­τος ε­νώ­νε­ται με το βου­η­τό του Κρά­θη κα­θώς ρο­βο­λάει τις κα­τη­φο­ριές των Α­ο­ρα­νί­ων,  ψι­θυ­ρί­ζει την πα­νάρ­χαια ι­στο­ρί­α τού­του του τό­που, σκύ­βει με σε­βα­σμό να α­κού­σει το θρό­ι­σμα των υ­πέρ­γη­ρων πλα­τα­νιών στο δρο­σε­ρό α­ε­ρά­κι, α­φου­γκρά­ζε­ται το πέ­ταγ­μα των α­ε­τών στις βα­θυ­πρά­σινες πηγ­μέ­νες στις κα­στα­νιές και στα έ­λα­τα κοι­λά­δες.

Ο Α­χαιός δη­μιουρ­γός ύ­μνη­σε μέ­σα α­πό το έρ­γο του ό­χι μό­νο την α­χα­ϊ­κή ύ­παι­θρο αλ­λά την ύ­παι­θρο μιας πα­τρί­δας που χά­νει αρ­γά και στα­δια­κά την πα­ρά­δο­σή της χω­ρίς δυ­στυχώς να έ­χει ί­χνος ε­νο­χής την ώ­ρα που ξε­που­λιέ­ται στο πα­ζά­ρι τη­λε­ο­πτι­κών εκ­πο­μπών. Το έρ­γο του δη­μιουρ­γού Πε­ρε­σιά­δη α­να­δει­κνύ­ει, αν μη τι άλ­λο, την ταυ­τό­τη­τα και την ι­στο­ρί­α του πο­λι­τι­σμού της κλει­στής α­γρο­τι­κής- ποι­με­νι­κής κοι­νω­νί­ας μιας αυ­θε­ντι­κής Ελ­λά­δας που τα ξέ­φτια της αιω­ρού­νται σή­με­ρα σε φολ­κλο­ρι­κές εκ­δη­λώ­σεις δή­μων και που μά­ταια πα­σχί­ζουν να α­να­βιώ­σουν. Οι ι­λου­στρα­σιόν ε­πε­τεια­κές φό­δρες της στα φε­στιβάλ «πα­ρα­δο­σια­κών χο­ρών και δη­μο­τι­κών τρα­γου­διών» θέ­λουν να κρα­τή­σουν ζω­ντα­νή τη μνή­μη του πα­ρελ­θό­ντος, αλ­λά δυ­στυ­χώς, η ου­σί­α έ­χει χα­θεί. ...Ο Πε­ρε­σιά­δης πέ­θα­νε το 1918 α­πό «Ι­σπα­νι­κή γρί­πη» στην Α­θή­να. Ο συγ­γρα­φέ­ας της πο­λυ­παιγ­μέ­νης Γκόλ­φως κη­δεύ­τη­κε δη­μοσί­α δα­πά­νη....