Στα όρια της Αιγείρας δεν λειτουργεί κανένας ΧΥΤΑ.- Το «πρόβλημα», φυσικά, δεν είναι τωρινό... Περί τα μέσα της δεκαετίας τού 1990, ξεκίνησαν οι διεργασίες μέσω του Συμβουλίου Περιοχής για τη δημιουργία ΧΥΤΑ στην περιοχή ΚΑΚΗ ΧΟΥΝΗ Αμπελοκήπων της κοινότητας Χρυσαμπέλων. Κατόπιν ήρθε ο «Καποδίστριας» και στο νέο αυτοδιοικητικό περιβάλλον της Αχαΐας, άρχισε ο συντονισμός του μεγαλόπνοου(!) προγράμματος «διαχείρισης απορριμμάτων»… Τέσσερις ΧΥΤΑ στην Αχαΐα… Κακή Χούνη, Παπανικολού, Ξερόλακα, Φλόκα. Μα που είναι αυτές οι περιοχές, θα αναρωτηθεί κάποιος. Μόνο στην Κακή Χούνη γνωρίζω ότι είναι ο ΧΥΤΑ Αιγείρας… Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί σε αυτό, είναι ότι η τότε Δημοτική αρχή θεώρησε ότι η ονομασία «ΧΥΤΑ Αιγείρας» θα είναι ένα ισχυρό "brand name" για την αναγνωρισιμότητα της περιοχής – ισχυρότερο ίσως και από αυτό του Αρχαίου θεάτρου Αιγείρας...! Φυσικά, κανείς άλλος στην Αχαΐα, δεν ακολούθησε το σκεπτικό αυτό, αφού η Παπανικολού δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Συμπολιτείας (Ροδοδάφνης), η Ξερόλακα δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Πατρών, του Φλόκα δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Ωλενίας, ο ΧΥΤΑ Φυλής δεν ονομάστηκε ΧΥΤΑ Αθηνών κλπ κλπ...11 ΜΑΪΟΥ 2017

ττττττ

05-03-2015 / 25 χρονια, για «στρωσιμο» σιδηροτροχιων…

05-03-2015. Αθήνα - Πάτρα, με τρένο: 25 χρόνια, για «στρώσιμο» σιδηροτροχιών… Του Κώστα Ρόζου- Η ανυπαρξία ενιαίας στρατηγικής των τοπικών φορέων και η "σαλαμοποίηση" τού έργου από το φορέα υλοποίησης, οδήγησαν στον χρονικό «εκτροχιασμό» τού σιδηροδρομικού δικτύου τής Βόρειας Πελοποννήσου... Είναι γεγονός, ότι η υπόθεση της κατασκευής του νέου σιδηροδρομικού δικτύου, δεν ευρίσκεται αυτό το διάστημα στην ημερήσια (πολιτική) διάταξη. Το θέμα, μάλλον, «ξεθώριασε» και δημοσιογραφικά… Κούρασε, απογοήτευσε, ξεχάστηκε…; Ίσως όλα αυτά μαζί. «Και πολύ ασχοληθήκαμε», θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος. «Και της Άρτας το γιοφύρι, γρηγορότερα τελείωσε. Επί δύο - τρεις δεκαετίες, τρένο ακούμε και τρένο δεν βλέπουμε…» Ουδέποτε, πάντως, το στρατηγικής σημασίας έργο της σιδηροδρομικής σύνδεσης Αθήνας – Πάτρας, ήταν σε υψηλό βαθμό πολιτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος, αφού η διαχρονική διαχείρισή του, ήταν τουλάχιστον περιπτωσιολογική και αποσπασματική. Το γνωστό, «βλέποντας και κάνοντας» Έτσι, και εν έτι 1993, ούτε καν στα «ψιλά» πέρασε μια σημαντική μελέτη και ασυζητητί πετάχτηκε στα «σκουπίδια», η οποία αν είχε αξιοποιηθεί σωστά, σήμερα δεν θα αναρωτιόμαστε, ούτε πότε το τρένο θα φτάσει στην Πάτρα, ούτε θα υπήρχε δυσανασχέτηση στις τοπικές κοινωνίες με τη διαφορετική αντιμετώπιση των παραλιακών οικισμών σε Κορινθία και Αχαΐα (αλλού εγκρίθηκαν υπογειοποιήσεις, αλλού εγκρίθηκαν παρακάμψεις, αλλού παρέμειναν διχοτομήσεις)… Και ενώ σήμερα η συζήτηση -περί σύγχρονου τρένου- έπρεπε να είναι σε άλλο επίπεδο, στο πόσες δηλ. εμπορικές αμαξοστοιχίες θα μπορούσαν να διακινούνται απευθείας από το λιμάνι της Πάτρας με κατεύθυνση τον ευρωπαϊκό βορά, και πόσες εκφορτώσεις πλοίων θα μπορούσαν να γίνονταν σε ελληνικά τρένα από τα λιμάνια Αιγίου, Κιάτου, Κορίνθου, αντ’ αυτής επί μία δεκαπενταετία τουλάχιστον ανακυκλώνεται η ίδια συζήτηση: Υπομονή, το τρένο έφτασε στο Κιάτο. Υπομονή, σύντομα θα φτάσει στο Ξυλόκαστρο. Υπομονή, σύντομα θα το δούμε στη Ακράτα. Υπομονή, η υπογειοποίηση του Διακοπτού τελείωσε. Υπομονή, οι σταθμοί και οι στάσεις είναι έτοιμοι από το 2012. Υπομονή, τα τούνελ και η παράκαμψη του Αιγίου εδώ και χρόνια είναι έτοιμα. Υπομονή, η Παναγοπούλα είναι (σχεδόν) έτοιμη. Υπομονή, μέσα στο 2015 θα δημοπρατηθούν άλλα 10 χλμ… Και τα χρόνια περνάνε, με αλλεπάλληλες ανανεώσεις χρόνου. Αρχικός σχεδιασμός: Κιάτο – Αίγιο, ολοκλήρωση το 2009. Άντε το 2010, γιατί φταίξανε ενστάσεις τοπικών κοινωνιών. Άντε το 2011, γιατί φταίξανε τα οικονομικά προβλήματα των κατασκευαστών. Άντε το 2012, γιατί φταίξανε οι ενστάσεις «αντιπάλων» κατασκευαστών. Άντε το 2013, γιατί φταίξανε τα έργα στο Θολοπόταμο που πνίξανε την Αιγείρα. Άντε το 2014, γιατί εμποδίζανε τα αρχαιολογικά ευρήματα. Άντε το 2015, γιατί φταίξανε οι καθυστερημένες απαλλοτριώσεις. Άντε το 2016, γιατί φταίξανε προβλήματα χρηματοδότησης. Άντε το 2017 γιατί… κλπ. κλπ. κλπ. Σε γενικές γραμμές, πάντοτε κάτι φταίει. Είτε αυτό ονομάζεται έλλειψη εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού, είτε ατολμία αντιμετώπισης μιας καταστροφικής «τριτοκοσμικής» γραφειοκρατίας, είτε σύγχυση αρμοδιοτήτων, είτε έλλειψη ενημέρωσης των τοπικών κοινωνιών… είτε, είτε… Θα μπορούσε, βέβαια, όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις να ενσωματωθούν στο εξής ρητορικό ερώτημα: «Τελικά, το έργο τού νέου σιδηροδρομικού δικτύου Κορίνθου - Πατρών, είναι έργο που υλοποιεί η κεντρική εξουσία ή έργο που το διαχειρίστηκαν οι κατά τόπους παράγοντες εξουσίας…;» Με άλλα λόγια «Υπήρξε και πόσο επηρέασε, ένα αόρατο πολιτικό «μπρα ντε φερ» μεταξύ κεντρικής εξουσίας και τοπικής αυτοδιοίκησης, χρησιμοποιώντας δίκαια τοπικά αιτήματα, αναλόγως εκλογικών σκοπιμοτήτων ;» Όμως, σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι πολύ πιο περίπλοκο. Για να εξαχθεί κάποιο ασφαλές συμπέρασμα για το «τις πταίει» στο σχεδιασμό τού σύγχρονου σιδηροδρόμου, θα πρέπει όσοι ενεπλάκησαν τις περασμένες δεκαετίες με την περιφερειακή – πολιτική διαχείρισή του, να ερωτηθούν, αν ασχολήθηκαν σε βάθος με την διερεύνηση της τοπικής ιστορίας, της γεωμορφολογίας, τους τουριστικούς και αρχαιολογικούς προορισμούς, τους περιφερειακούς συγκοινωνιακούς κόμβους, τους υπάρχοντες και μελλοντικούς χωροταξικούς σχεδιασμούς, τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής κατά μήκος της παραλιακής βόρειας Πελοποννήσου. Πασιφανές, ότι το εν λόγω ερώτημα θα μείνει στο διηνεκές αναπάντητο… Με το σκεπτικό αυτό, λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από τη φράση «τις πταίει» τού Τρικούπη, ο οποίος σε πέντε χρόνια -δανειζόμενος 250 εκατομ. φράγκα- ένωσε την Πάτρα και την Αθήνα με γραμμή μικρότερη των τότε διεθνών σιδηροδρομικών προδιαγραφών, τονίζοντας ότι λόγω μεγάλου κόστους η μεγαλύτερη γραμμή θα κατασκευαζόταν αργότερα… Τότε κατασκευάσθηκαν και οι δεκάδες σταθμοί - στάσεις κατά μήκος των παραλίων του νότιου Κορινθιακού σε σημεία που, είτε ήταν κωμοπόλεις, είτε ήταν μικρά εμπορικά επίνεια της πυκνοκατοικημένης τότε ενδοχώρας. Με απλά λόγια, η σημερινή οικιστική μορφή της βόρειας Πελοποννήσου οφείλεται κατά πολύ στη μελέτη - κατασκευή του σιδηροδρόμου στα τέλη του 19ου αιώνα. Βέβαια, το «αργότερα» του Τρικούπη, ήρθε (ως σκέψη) με καθυστέρηση ενός αιώνα ! Αισίως, λοιπόν, φτάσαμε στο 1993. Τη χρονιά εκείνη, οι δεκάδες παραθαλάσσιες Κοινότητες εκατέρωθεν του Κορινθιακού Κόλπου, έγιναν αποδέκτες ενός ογκωδέστατου βιβλίου, με το συνοδευτικό έγγραφο του αρμόδιου Υπουργείου που ζητούσε να ενημερωθούν οι δημότες και οι τοπικοί φορείς επί του περιεχομένου και να αποσταλούν τυχόν προτάσεις ή ενστάσεις... Ουσιαστικά, τότε εισήχθη -με πλάγιο τρόπο- στην ελληνική πραγματικότητα μια «νέα» λέξη, αυτή της ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ, με την έννοια ότι το κράτος προτείνει στον πολίτη και ο πολίτης αντιπροτείνει… Τη μελέτη, που είχε παραγγελθεί και πληρωθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ, υπέγραφε το γνωστό γραφείο τού Θύμιου Παπαγιάννη. Τι περιείχε αυτό το βιβλίο; Ξεκινούσε με μία ...άγνωστη φράση: «Ειδική χωροταξική μελέτη Κορινθιακού κόλπου» και με μια λεπτομερέστατη περιγραφή, σπιθαμή προς σπιθαμή σκιαγραφούσε το πώς θα μπορούσε να προχωρήσει η μελλοντική αναπτυξιακή πορεία των παράλιων περιοχών περιμετρικά του Κορινθιακού… -Σήραγγες και κοιλαδογέφυρες, με τις οποίες θα παρακάμπτονταν οι Εθνικοί Άξονες (Αυτοκινητόδρομος, Σιδηρόδρομος) για να μην διχοτομούν τους ασφυχτικά δομημένους παράλιους οικισμούς. -Αυστηρές προδιαγραφές πολεοδόμησης. -Ζώνες πρασίνου, αγροτικές, ήπιας δόμησης. -Ζώνες προστασίας θαλάσσιου περιβάλλοντος. -Αρχαιολογικές ζώνες, με πλήρη απαγόρευση οικιστικής δραστηριότητας. κλπ… Πόσοι, όμως, ενημερώθηκαν για εκείνη την μελέτη; Με σιγουριά, μπορεί να δοθεί η εξής απάντηση: Λίγοι πληροφορήθηκαν την ύπαρξή της, λιγότεροι την «έπιασαν» στα χέρια τους, ελάχιστοι τη διάβασαν και την αξιολόγησαν. Πολλοί από αυτούς, που απλώς την «άγγιξαν», άρχισαν τη γκρίνια: «Μα είναι δυνατόν το Κράτος να πληρώνει μελέτες που περιγράφουν …παραμύθια. Άκου, λέει, να περάσουν το τρένο και την Εθνική Οδό με τρία τούνελ κάτω από τα Μάρμαρα (Αιγείρα). Δεν γίνονται αυτά στη σεισμογενή Ελλάδα…» Φυσικά, όλοι και χωρίς δεύτερη κουβέντα την απέρριψαν μετά βδελυγμίας. Όχι, επειδή φοβήθηκαν μη γυρίσει η γη …ανάποδα, αλλά για έναν πολύ - πολύ σοβαρό λόγο. Οι φραγμοί, που θα έμπαιναν στους όρους δόμησης και επέκτασης των οικιστικών ιστών, έγιναν το «κόκκινο πανί». Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να βάλει «φρένο» στη νέα «belle epoque» -αντιπαροχής εξοχικής κατοικίας- στις ανερχόμενες Ριβιέρες του Κορινθιακού… Και έτσι, η ειδική χωροταξική μελέτη, ενταφιάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες!...

Όταν το εύρος των περιβαλλοντικων μας ευαισθησιών είναι οσο το οπτικο μας πεδιο !

1 ΙΟΥΛ 2011. Όταν το εύρος των περιβαλλοντικών μας ευαισθησιών είναι λίγο πιο μακριά από το οπτικο-πολιτικό μας πεδίο !… Πριν μερικούς μήνες ευρισκόμενος σε εκδήλωση φορέα Ειδικών αναγκών στην Αχαϊκή πρωτεύουσα, είχα την ευκαιρία στο περιθώριο της εκδήλωσης να συνομιλήσω με αρκετούς Αχαιούς πολιτικούς - βουλευτές, περιφερειακούς και δημοτικούς συμβούλους (κυρίως Πατρινούς). Και ενώ η κουβέντα περιστρεφόταν στο τι μέλλει γενέσθαι με τα βαλτωμένα οδικά και σιδηροδρομικά έργα, γνωστός μου Πατρινός (τέως δημοτικός σύμβουλος) με ρώτησε χωρίς περιστροφές: Τι θα γίνει, θα πάρετε κανένα σκουπίδι στην Αιγείρα και από την Πάτρα που έχει σοβαρότατο πρόβλημα… τόσα λεφτά σάς έδωσε το κράτος για ΧΥΤΑ και τον θέλετε μόνο για την πάρτη σας… Φανερά ενοχλημένος και νομίζοντας ότι μου κάνει πλάκα, απευθύνθηκα στη μικρή “πολιτική” παρέα λέγοντάς τους: -Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι δεν γνωρίζετε τίποτα για την περιοχή τής Αιγείρας, σας προσκαλώ σε μία επίσκεψη στον ΧΥΤΑ στην Κακή Χούνη, αφού πρώτα με ξεναγήσετε εσείς στον ΧΥΤΑ τής Ωλενίας… -Τι είναι η Κακή Χούνη με ρώτησε κάποιος διπλανός (μη πολιτικός) με απορία… - Μια περιοχή στη απέναντι βουνοκορφή από το αρχαίο Θέατρο, του απάντησα… -Δεν γνώριζα ότι εκεί υπάρχει θέατρο, θα περάσω καμιά φορά να το δω, πού ακριβώς είναι η Αιγείρα, μετά την Ακράτα και πριν το Ξυλόκαστρο νομίζω... -Έχεις δει που κατασκευάζονται οι σήραγγες της Ακράτας τού Αυτοκινητόδρομο, εκεί ακριβώς ευρίσκεται η Αιγείρα, του είπα, κλείνοντας τη συζήτηση… Από τότε, κάθε φορά που έρχεται στην επικαιρότητα ο “σκουπιδοπόλεμος” της Αιγιαλείας, ο οποίος όντως έχει αγγίξει τους ευαισθητοποιημένους περιβαλλοντικά συντοπίτες ώστε να μη γίνει η Κακή Χούνη τα “Λιόσια” τής Βόρειας Πελοποννήσου, έρχεται στη μνήμη και η παραπάνω “ενοχλητική” Πατρινή συζήτηση. Τα ερωτήματα είναι πολλά και ενδεχομένως αναπάντητα… Αξίζει για την Αιγείρα και την ευρύτερη περιοχή της, το κύριο σημείο “κοινωνικοπολιτιστικού” προσδιορισμού της να είναι “η "σκουπιδιάρα" της παραλιακής Αχαΐας”, τη στιγμή που έχουμε άκρως σημαντικές αρχαιολογικές περιοχές, όμορφες παραλίες, καταπληκτικούς ορεινούς όγκους, μια πολύ ενδιαφέρουσα -προς περιπατητική εξερεύνηση- κοίτη του Κριού κ.ο.κ. Γιατί,λοιπόν, αφήσαμε την περιβαλλοντική μας ευαισθησία να εκφράζεται μόνο μέσα από τα σκουπίδια, αφήνοντας κοντινούς και μακρινούς γείτονες να θεωρούν ότι το μόνο που είναι άξιο λόγου στην περιοχή τού τέως Δήμου Αιγείρας είναι ένας "υπερσύγχρονος" Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων; Δεν είναι περιβαλλοντικά ευαίσθητο το Πρόβλημα της διάσωσης, από τη φθορά τού χρόνου, του Θεάτρου τής Αρχαίας Αιγείρας; Δεν είδαμε όμως καμία "διαδήλωση" διαμαρτυρίας εδώ και δεκαετίες… Ούτε στην περίπτωση της σιδηροδρομικής χάραξης μάς βγήκε το περιβαλλοντικό μας αισθητήριο, αφού τον Απρίλιο του 2004 δεν άνοιξε "στόμα" διαμαρτυρίας κατά όλων των Πολιτικών Παρατάξεων που (από άγνοια ή αδιαφορία) μετείχαν στην Ομόφωνη ψήφιση της διχοτόμησης της Αιγείρας, πιστεύοντας ότι διχοτομούσαν το Δερβένι! Βέβαια, ούτε στον Τρικούπη τράβηξαν το αυτί οι πρόγονοί μας, όταν το 1883 έκοψε στη μέση τα χειμαδιά τής περιοχής… Θα μπορούσαμε επίσης όλοι εμείς (οι περιβαλλοντικά ευαίσθητοι) να είχαμε (έστω) ρωτήσει γιατί σε μια μέρα κόπηκαν δεκάδες ευκάλυπτοι στις εκβολές του Κριού, που είχαν φυτευτεί από τους νεολαίους του Πολιτιστικού Συλλόγου Αιγείρας στα τέλη τής 10ετίας του '70. Κόπηκαν, φυσικά, για την ανάγκη επέκτασης του Δημοτικού Σταδίου Αιγείρας. Μήπως όμως θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, έστω μερικοί, αν υπήρχε κάποια τεκμηριωμένη αντίδραση; Βέβαια, εκεί που εκτονώσαμε όλη την περιβαλλοντική μας “αγάπη” για την περιοχή, ήταν το θέμα τής διάβρωσης των ακτών. Πάμπολλες εκδηλώσεις ενημέρωσης και κλήση ειδικών επιστημόνων θα μπορούσαν… να είχαν γίνει στην Αιγείρα, ώστε να είχε σωθεί τουλάχιστον οπτικά η -μοναδικής ομορφιάς- παραλία μας και φυσικά να μην ήμασταν απόντες κατά την -χωρίς επιστημονική μελέτη- ρίψη ογκόλιθων στη θάλασσα. Τουλάχιστον, ας μας το επέβαλε η αισθητική μας, εφόσον δεν χτύπησε το καμπανάκι τής οικολογικής μας ευαισθησίας… Εν κατακλείδι, μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε το εύρος των περιβαλλοντικών μας ευαισθησιών λίγο πιο μακριά από το οπτικό-πολιτικό μας πεδίο…; Κ.Ρ....

ΔΕΚ. 2001 ...Τα χέρια ψηλά στη σύγχρονη πολιτική άποψη

ΔΕΚ. 2001 - "Τα χέρια ψηλά… στη σύγχρονη πολιτική άποψη"… Του Κώστα Ρόζου. Πρόσφατα, έτυχε να συμ­με­τέ­χω σε μί­α “θυελ­λώ­δη” συ­ζή­τη­ση γύ­ρω α­πό τα το­πι­κά πο­λι­τι­κά δρώ­με­να. Στην προ­σπά­θεια των συ­νο­μι­λη­τών να α­να­λύ­σουν τη τρέ­χου­σα κα­τά­στα­ση, α­κού­στη­καν πολ­λές και α­ντι­κρουό­με­νες α­πό­ψεις. Τη στιγμή εκείνην θυ­μήθη­κα κάτι που είχα μάθει στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του ’70 ως δευ­τερο­ε­τής φοιτητής του Τμήματος Πο­λι­τι­κών Ε­πι­στη­μών της Νομικής Σχο­λής Αθηνών και α­φο­ρού­σε το μάθημα της Πο­λι­τι­κής Ε­πι­κοι­νω­νί­ας (της κατ’ ε­ξο­χήν ε­πι­στή­μης που α­να­λύ­ει τη σχέ­ση ε­ξου­σί­ας – πο­λί­τη και πολί­τη – ε­ξου­σί­ας. Η έννοια της ε­ξου­σί­ας περιέχει όλα τα είδη: Κεντρική – Πε­ρι­φε­ρεια­κή και στο προ­κεί­με­νο την Τοπική). Όταν όμως άρχισα να τους α­φη­γού­μαι την ε­πι­στη­μο­νι­κή ά­πο­ψη που είχε κα­τα­γρα­φεί πριν 25 πε­ρί­που χρό­νια (για το πώς δηλ. α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την ε­πι­κοι­νω­νί­α με­τα­ξύ διοι­κού­ντων και διοι­κού­με­νων σή­με­ρα), με διέ­κοψαν λέ­γο­ντάς μου ό­τι τα πράγ­μα­τα έ­χουν αλ­λά­ξει και η ε­πι­κοι­νω­νί­α της ε­ξου­σί­ας με τον πο­λί­τη γί­νε­ται πλέ­ον σε άλ­λες δια­στά­σεις α­φού δια­νύ­ου­με τον αιώ­να της πα­γκό­σμιας πλη­ρο­φό­ρη­σης και ο κα­θέ­νας μας έ­χει ά­με­ση (ε­λεγ­χό­με­νη;) γνώ­ση για το τι γί­νε­ται αυ­τή τη στιγ­μή στη πιο α­πό­μα­κρη γω­νιά του πλα­νή­τη. Αρ­χι­κά συμ­φώνη­σα μα­ζί τους, τους πα­ρε­κά­λε­σα ό­μως να α­πορ­ρί­ψουν τα λε­γό­με­νά μου, ε­φό­σον δεν τα α­σπά­ζο­νται, με­τά το τέ­λος της σύ­ντο­μης το­πο­θέ­τη­σής μου. Τους “πή­γα” λοι­πόν στο πα­νε­πι­στη­μια­κό έ­τος 1978 – 1979 και τους πε­ριέ­γρα­ψα έ­να μο­ντέ­λο διοί­κη­σης που α­φο­ρού­σε μι­κρές κοι­νω­νί­ες σε μί­α υ­πό α­νά­πτυ­ξη υ­πο­θε­τι­κή χώ­ρα με γε­ω­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρό­μοια με το χώ­ρο που ζού­με, λέγοντάς τους τα ε­ξής: Πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ό­τι σε χω­ριά με κά­τω α­πό 5.000 κα­τοί­κους οι άν­θρω­ποι ζουν μέ­σα σε έ­να σύ­στη­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο “κοι­νο­τι­κό” πα­ρά “κοι­νω­νια­κό”, όπου η ο­ρια­κή α­νω­νυ­μί­α δεν υ­πάρ­χει για να ε­ξα­σφα­λί­σει στον κα­θέ­να μια σχετι­κά αυ­τό­νο­μη ζω­ή. Στις πε­ρι­πτώ­σεις αυ­τές ο έ­λεγ­χος της το­πι­κής ε­ξου­σί­ας εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρος α­πό ό,τι σε πό­λεις ά­νω των 10.000 κα­τοί­κων. Η εκ­με­τάλ­λευση αυ­τής της ι­διαι­τε­ρό­τη­τας α­πό τους διοι­κού­ντες συ­νί­στα­ται στο να δη­μιουρ­γούν το­πι­κούς μη­χα­νι­σμούς πρα­κτό­ρευ­σης και ε­πο­πτεί­ας των πο­λι­τών ε­νώ κά­θε πρω­το­βου­λί­α της α­ντι­πο­λί­τευ­σης γί­νεται α­μέ­σως α­ντι­λη­πτή, ε­πι­ση­μαί­νε­ται και έμ­με­σα α­πο­θαρ­ρύ­νε­ται. Με αυ­τόν τον τρό­πο α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε για­τί κά­τω α­πό τέ­τοιες συν­θή­κες η “κα­τεύ­θυν­ση” της πο­λι­τι­κής ε­πι­κοι­νω­νί­ας ε­νι­σχύ­ει πε­ρισ­σό­τερο την υ­φι­στά­με­νη πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση (συ­μπο­λί­τευ­ση) πα­ρά την α­ντι­τι­θέ­με­νη σε αυ­τή πο­λιτι­κή το­πο­θέ­τη­ση (α­ντι­πο­λί­τευ­ση). Σε ο­ρι­σμέ­νες μά­λι­στα πε­ρι­πτώ­σεις που ο α­πο­κλει­σμός των πο­λι­τι­κών α­ντι­πά­λων α­πό το διοι­κη­τι­κό μη­χα­νι­σμό εί­ναι λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γε­νι­κός οι το­πι­κοί διοι­κη­τι­κοί πα­ρά­γο­ντες θε­ω­ρού­νται α­πό τους δη­μό­τες ως φορείς πραγ­μα­τι­κής πο­λι­τι­κής ε­ξου­σί­ας. Αυ­τό μπο­ρεί να έ­χει κα­τα­στρε­πτι­κές συ­νέ­πειες στην ε­ξέ­λι­ξη μιας πε­ριοχής, με την πα­θη­τι­κή α­πο­δο­χή α­πό την πλευ­ρά των διοι­κού­με­νων “πα­ντός κρα­τού­ντος” (Πλή­ρης α­δια­φο­ρί­α για τις πο­λι­τι­κές ε­ξε­λί­ξεις!) Και αυ­τό για να μη δυ­σα­ρε­στού­νται οι πα­ρά­γο­ντες και να διεκ­πε­ραιώ­νο­νται οι μι­κρο­ϋ­πο­θέ­σεις (ρου­σφέ­τια)!... Ε­δώ, με διέ­κοψε α­πό­το­μα έ­νας α­πό τους συ­νο­μι­λη­τές μου, που μάλ­λον θε­ώ­ρη­σε ό­τι ο ο­ρι­σμός “πα­ρά­γο­ντες - ρου­σφέ­τια” ί­σως α­φο­ρούσε και αυ­τόν, λέ­γο­ντάς μου: Τι εί­ναι αυ­τά που λες, δεν βρι­σκό­μα­στε στη δε­κα­ε­τί­α του 1930! Σε λί­γες μέ­ρες πα­τά­με το 2002 και τί­πο­τα α­πό τα πα­ρα­πά­νω δεν ι­σχύ­ει σή­με­ρα ε­δώ... Πα­ρα­δέ­χτη­κα τη “λαν­θα­σμέ­νη” το­πο­θέ­τη­σή μου, α­φή­νο­ντας τους υ­πολοί­πους να συ­νε­χί­σουν την πο­λι­τι­κή α­νά­λυ­ση της το­πι­κής κα­τά­στα­σης, α­φού πεί­στη­κα ό­τι η το­πο­θέ­τη­σή μου εί­ναι(;) ε­κτός τόπου και χρό­νου, μη έ­χοντας κα­μί­α σχέ­ση με τη ση­με­ρι­νή “ε­ξου­σί­α”... Με λί­γα λό­για σή­κω­σα τα χέ­ρια ψη­λά α­πέ­να­ντι στη σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή πραγ­μα­τικό­τη­τα, α­να­λο­γι­ζό­με­νος την “λαν­θα­σμέ­νη γνώ­ση” που μας δί­δα­σκε ο γνω­στός Κα­θη­γη­τής Πο­λι­τι­κής Ε­πι­στή­μης κ. Με­τα­ξάς! Το μό­νο που δεν ξέ­ρω πά­ντως, εί­ναι αν έ­χουν πει­στεί και οι υ­πό­λοιποι...

2 Δεκ 2008

Δεκ. 2008: Η δια­χρο­νι­κό­τη­τα και το «τέ­λος;» του Α­με­ρι­κα­νι­κού ο­νεί­ρου


Η πα­γκό­σμια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση έ­χει δώ­σει α­φορ­μή για α­τε­λεί­ω­τες και πολ­λά­κις αλ­λη­λο­συ­γκρουό­με­νες συ­ζη­τή­σεις, για τη θε­ω­ρί­α τού «Αμε­ρι­κα­νι­κού ο­νεί­ρου». Αν δηλ. βρι­σκό­μα­στε στο τέ­λος του οι­κο­νο­μι­κού η­γεμο­νι­σμού και της «ευ­δαι­μο­νί­ας» των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών τής Α­με­ρι­κής ή μια α­κό­μα κρί­ση ό­πως ε­κεί­νη του 1929 με το με­γά­λο «Κραχ», οι ε­πιπτώ­σεις του ο­ποί­ου για τις Η­ΠΑ ή­ταν: 12.000.000 άνερ­γοι. 12.000 έ­χα­ναν τη δου­λειά τους κά­θε μέ­ρα. 20.000 ε­πι­χει­ρή­σεις κή­ρυ­ξαν πτώ­χευ­ση. 1.616 τρά­πε­ζες πτώ­χευ­σαν. 1 στους 20 γε­ωρ­γούς ξε­σπι­τώ­θη­καν. 23.000 αυ­το­κτο­νίες ση­μειώ­θη­καν σ’ έ­να χρό­νο, α­ριθ­μός ρε­κόρ!  Στις γραμ­μές που α­κο­λου­θούν ε­πι­χει­ρεί­ται μί­α προ­σέγ­γι­ση τού «ο­νεί­ρου» κα­τά τα χρό­νια της μα­ζι­κής με­τα­νά­στευ­σης των αρχών τού 20ου αιώ­να ό­πως αυ­τή κα­τα­γρά­φε­ται στο βι­βλί­ο τού Κώ­στα Ρό­ζου «Αρ­με­νί­ζο­ντας προς το Α­με­ρι­κα­νι­κό ό­νει­ρο…»

Έ­να ό­νει­ρο βα­θιά ­ρι­ζω­μέ­νο...
Ε­κα­το­ντά­δες ή­ταν οι συ­μπα­τριώ­τες μας, που, πριν 100 χρό­νια πε­ρί­που, ξε­κί­νη­σαν έ­να με­γά­λο τα­ξί­δι σχε­δόν προς το ά­γνω­στο, α­να­ζη­τώ­ντας έ­να κα­λύ­τε­ρο αύ­ριο γι’ αυ­τούς και τις οι­κο­γέ­νειές τους, ε­κεί­να τα δύ­σκο­λα χρό­νια.
Η α­πό­φα­ση για το ξε­νι­τε­μό ή­ταν δύ­σκο­λη, αλ­λά η α­νά­γκη ξε­περ­νού­σε το φό­βο του α­γνώ­στου. Η οι­κο­γέ­νεια, ύ­στε­ρα α­πό με­γά­λη σκέ­ψη εί­χε α­πο­φα­σί­σει. Το χω­ριό, εί­χε α­πο­φα­σί­σει. Την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί μια πα­ρέ­α, άλ­λο­τε μι­κρή, άλ­λο­τε με­γα­λύ­τε­ρη, θα ξε­κι­νού­σε για τη “γη της ε­παγ­γε­λί­ας”. Έ­τσι του­λά­χι­στον τους έ­λε­γαν κά­ποιοι που …ή­ξε­ραν την Α­με­ρι­κή. Άλ­λω­στε δεν εί­χαν δια­φο­ρε­τι­κή ε­πι­λο­γή.
Μια - δυο ώ­ρες πο­δα­ρό­δρο­μο α­πό το χω­ριό και σε λί­γο α­νέ­βαι­ναν στο τρέ­νο. Πολ­λοί α­πό αυ­τούς για πρώ­τη φο­ρά έ­μπαι­ναν σ’ έ­να τέ­τοιο “ό­χη­μα”. Οι γνω­στές σκη­νές του α­πο­χαι­ρε­τι­σμού στους σταθ­μούς της Αι­γεί­ρας και της Α­κρά­τας, τα δά­κρυα, έ­να φευ­γα­λέο βλέμ­μα σε γνώ­ρι­μα πρό­σω­πα, μέ­χρι το το­πί­ο να κα­λυ­φθεί α­πό τον πυ­κνό κα­πνό της α­τμο­μη­χα­νής, που τρα­βού­σε για την Πά­τρα. Tα­ξι­δεύ­ο­ντας, μέ­σα α­πό τους μι­κρούς παρ­α­λια­κούς οι­κι­σμούς της Α­χα­ΐ­ας, εί­χαν αρ­κε­τή ώ­ρα στη διά­θε­σή τους για να πλά­σουν με τη φα­ντα­σί­α τους την ά­γνω­στη νέ­α πα­τρί­δα, που θα τους υ­πο­δε­χό­ταν σε τρεις – τέσ­σα­ρες βδο­μά­δες.
Εί­χαν α­κού­σει για την πλού­σια χώ­ρα πέ­ρα α­πό τον Α­τλα­ντι­κό. Όμως, οι ει­κό­νες που προ­σπα­θού­σε να δη­μιουρ­γή­σει το μυα­λό τους ή­ταν πο­λύ φτω­χές, ώ­στε να μπο­ρέ­σουν να “δουν” τι θα συ­να­ντού­σαν ε­κεί. Η Πά­τρα, με το λι­μά­νι της, φά­ντα­ζε με­γα­λού­πο­λη και σε συν­δυα­σμό με τη θέ­α των “γι­γα­ντιαί­ων” α­τμό­πλοιων, που πε­ρί­με­ναν το με­γά­λο ε­κεί­νο αν­θρώ­πι­νο πο­τά­μι, τους έ­κα­νε να ο­νει­ρεύ­ο­νται πράγ­μα­τα, που δεν τα χώ­ρα­γε ο νους.
Κα­νείς φυ­σι­κά α­πό αυ­τούς τους κα­λο­προ­αί­ρε­τους “τυ­χο­διώ­κτες” της ευ­τυ­χί­ας δε γνώ­ρι­ζε την έν­νοια και τη ση­μα­σί­α του λε­γό­με­νου “Α­με­ρι­κα­νι­κού ο­νεί­ρου”, α­φού το μό­νο που λα­χτα­ρού­σαν ή­ταν ν’ α­πο­κτή­σουν ό­σα εί­χαν στε­ρη­θεί. Χρή­μα­τα, πλού­σιο φα­γη­τό, σπί­τι με α­νέ­σεις, ό­μορ­φα ρού­χα, “κοι­νω­νι­κή” κα­τα­ξί­ω­ση. Αυ­τό α­κρι­βώς, δη­λα­δή, που σή­μαι­νε στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τή η φρά­ση. 
Το “Α­με­ρι­κα­νι­κό ό­νει­ρο” ή­ταν η ευ­ρέ­ως δια­δε­δο­μέ­νη στις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες της Α­με­ρι­κής “φι­λο­σο­φί­α”, που θε­ω­ρού­σε ό­τι μέ­σω της σκλη­ρής ερ­γα­σί­ας, του θάρ­ρους και της α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τας, ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε μπο­ρεί να “α­πο­κτή­σει” την ευ­η­με­ρί­α (ο ο­ρι­σμός αυ­τός συν­δέ­ε­ται συ­χνά με την η­θι­κή των Δια­μαρ­τυ­ρο­μέ­νων – Προ­τε­στα­ντών). Με άλ­λα λό­για, αυ­τές ή­ταν οι α­ξί­ες των πρω­το­πό­ρων με­τα­να­στών, που διέ­σχι­σαν πρώ­τοι τις α­με­ρι­κα­νι­κές πε­διά­δες προ­ερ­χό­με­νοι α­πό τη γη­ραιά ή­πει­ρο.
Το τι ση­μαί­νει τε­λι­κά το “Α­με­ρι­κα­νι­κό ό­νει­ρο” εί­ναι έ­να ε­ρώ­τη­μα, που ση­κώ­νει με­γά­λη συ­ζή­τη­ση. Η ι­στο­ρί­α του και η προ­έ­λευ­σή του ξε­κι­νά α­πό τη ρι­ζι­κή αλ­λα­γή στα μο­ντέ­λα δια­κυ­βέρ­νη­σης και της οι­κο­νο­μί­ας και γε­νι­κά τη δια­φο­ρο­ποί­η­ση α­πό τα πρό­τυ­πα που υ­πήρ­χαν μέ­χρι τό­τε στον “πα­λαιό κό­σμο”.
Η πρω­τό­γνω­ρη ε­λευ­θε­ρί­α α­φε­νός και η δυ­να­τό­τη­τα για τα­χύ­τα­τη οι­κο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή κα­τα­ξί­ω­ση του ερ­γα­ζό­με­νου α­φε­τέ­ρου, προσ­διό­ρι­ζαν έ­να νέ­ο κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κό μο­ντέ­λο στην πο­λι­τι­κή δο­μή του νέ­ου κρά­τους, που προ­ήλ­θε α­πό τη συ­νέ­νω­ση δε­κά­δων μι­κρών κρα­τι­δί­ων.
Ου­σια­στι­κή συμ­βο­λή στη δια­μόρ­φω­ση της κρα­τι­κής ο­ντό­τη­τας των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών και κατ’ ε­πέ­κτα­ση του “ο­νεί­ρου”, α­πό την πλευ­ρά της πο­λι­τι­κής ε­πι­στή­μης, εί­χαν οι θε­ω­ρί­ες του άγ­γλου φι­λό­σο­φου Τζον Λοκ (1632-1704), ι­δρυ­τή της βρε­τα­νι­κής ε­μπει­ριο­κρα­τί­ας. O Λοκ συ­νό­ψι­σε το Δια­φω­τι­σμό στο εν­δια­φέ­ρον του για τη με­σαί­α τά­ξη, το δι­καί­ω­μα­ στην ε­λευ­θε­ρί­α της συ­νεί­δη­σης και στην ι­διο­κτη­σί­α, στη­ρι­ζό­με­νος στην πί­στη του προς την ε­πι­στή­μη και την ε­μπι­στο­σύ­νη στην “έμ­φυ­τη” κα­λο­σύ­νη της αν­θρω­πό­τη­τας.
Η πο­λι­τι­κή των κυ­βερ­νη­τι­κών ελέγ­χων και των ι­σορ­ρο­πιών, που σκια­γρα­φή­θη­κε στο σύ­νταγ­μα των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών, κα­θο­ρί­στη­κε α­πό τα δι­δάγ­μα­τα του Άγ­γλου φι­λό­σο­φου, ό­πως η α­να­φο­ρά στο δόγ­μα ό­τι “η ε­πα­νά­στα­ση σε με­ρι­κές πε­ρι­στά­σεις εί­ναι ό­χι μό­νο δι­καί­ω­μα αλ­λά και υ­πο­χρέ­ω­ση”. Σύμ­φω­να με τον Λοκ, η α­να­πό­φευ­κτη α­να­ζή­τη­ση της ευ­τυ­χί­ας και της ευ­χα­ρί­στη­σης ό­ταν κα­τευ­θύ­νε­ται λο­γι­κά ο­δη­γεί στη συ­νερ­γα­σί­α, με μα­κρο­πρό­θε­σμο α­πο­τέ­λε­σμα να συ­μπί­πτει η προ­σω­πι­κή ευ­τυ­χί­α και η κοι­νω­νι­κή ευ­η­με­ρία.
Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, η ε­πιρ­ρο­ή του Λοκ στη φι­λο­σο­φί­α και την πο­λι­τι­κή θε­ω­ρί­α ή­ταν ση­μα­ντι­κό­τα­τη.
Πέ­ραν ό­μως α­πό τη θε­ω­ρί­α, οι α­να­ξιο­ποί­η­τοι τε­ρά­στιοι φυ­σι­κοί πό­ροι της Α­με­ρι­κής ε­πέ­τρε­ψαν – πά­ντα με λί­γη τύ­χη – τη δη­μιουρ­γί­α ε­πι­κερ­δών ε­πι­χει­ρή­σε­ων.
Η βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση έ­φε­ρε τε­ρά­στια κέρ­δη α­πό την εκ­με­τάλ­λευ­ση των με­ταλ­λευ­μά­των, με α­νυ­πο­λό­γι­στο κό­στος για το πε­ρι­βάλ­λον μειώ­νο­ντας δρα­μα­τι­κά, τα με­γά­λα κο­πά­δια α­πό βί­σο­νες, τα δά­ση, αλ­λά και τους ι­θα­γε­νείς Α­με­ρι­κα­νούς (Ιν­διά­νους).
Ε­πί­σης, το κυ­νή­γι του χρυ­σού στην “ά­γρια δύ­ση” έ­λα­βε ε­πι­κές και μυ­θι­κές δια­στά­σεις. Ή­ταν έ­να ση­μα­ντι­κό μέ­ρος του “ο­νεί­ρου”, που συ­νέ­βα­λε στην κα­τά με­γά­λα κύ­μα­τα εί­σο­δο ε­πί­δο­ξων ευ­ρω­παί­ων χρυ­σο­θή­ρων, οι ο­ποί­οι κα­τέ­κλυ­σαν τη χώ­ρα το 18ο και το 19ο αιώ­να.
Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, οι Ευ­ρω­παί­οι ήρ­θαν στην Α­με­ρι­κή για να ξε­φύ­γουν α­πό μια ά­σχη­μη ζω­ή με δύ­σκο­λες οι­κο­γε­νεια­κές συν­θή­κες δια­βί­ω­σης. Θέ­λη­σαν ν’ α­γκα­λιά­σουν την υ­πό­σχε­ση της οι­κο­νο­μι­κής α­σφά­λειας και της συ­νταγ­μα­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας, που εί­χαν α­κού­σει ό­τι τό­σο “α­πλό­χε­ρα” τους πα­ρεί­χε το “υ­περ­κρά­τος” των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών.
Μια άλ­λη ο­πτι­κή γω­νί­α της με­τα­να­στευ­τι­κής φι­λο­σο­φί­ας, ή­ταν και το γε­γο­νός, ό­τι στις αρ­χές του 20ου αιώ­να ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες βιο­μη­χά­νων έ­γι­ναν το νέ­ο πρό­τυ­πο του “ο­νεί­ρου”. Για πα­ρά­δειγ­μα, πρό­τυ­πο έ­γι­ναν οι με­γά­λοι α­με­ρι­κα­νι­κοί κε­φα­λαιο­κρά­τες της ε­πο­χής, Andrew Carnegie, John D. Rockefeller κ.α. Αυ­τή η γρή­γο­ρη α­πό­κτη­ση με­γά­λου πλού­του έ­δει­χνε το δρό­μο. Το τα­λέ­ντο, η ε­ξυ­πνά­δα, η προ­θυ­μί­α για ε­ξαι­ρε­τι­κά σκλη­ρή ερ­γα­σί­α ή­ταν η εγ­γύ­η­ση, του­λά­χι­στον, για μια μέ­τρια ε­πι­τυ­χί­α.
Η νέ­α πα­τρί­δα έ­δει­χνε τη βα­σι­κή δια­φο­ρά α­πό την πα­λαιά πα­γκό­σμια κοι­νω­νι­κή δο­μή των α­παρ­χαιω­μέ­νων μο­ναρ­χιών και των με­τα­φε­ου­δαρ­χι­κών οι­κο­νο­μιών της Ευ­ρώ­πης, οι ο­ποί­ες κα­τα­πί­ε­ζαν σκλη­ρά την τά­ξη των α­γρο­τών με τα υ­ψη­λά ε­πί­πε­δα φο­ρο­λο­γί­ας α­κρω­τη­ριά­ζο­ντας κά­θε προ­σπά­θεια για α­νά­πτυ­ξη.
Η Α­με­ρι­κή, λοι­πόν, “χτί­στη­κε” α­πό τους κα­τα­πιε­σμέ­νους Ευ­ρω­παί­ους, που ή­σαν συ­νει­δη­τά α­ντί­θε­τοι σε τέ­τοιους πε­ριο­ρι­σμούς. Ε­κεί, θε­ώ­ρη­σαν ό­τι υ­πήρ­χε μια ελ­πί­δα, θο­λή έ­στω, για ι­σό­τη­τα.
Ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κιν­γκ μι­λώ­ντας για το α­με­ρι­κα­νι­κό ό­νει­ρο στην πιο ση­μα­ντι­κή ο­μι­λί­α του, εί­χε πει: “Ας μην συ­γκι­νού­μα­στε α­πό την α­πελ­πι­σί­α, φί­λοι μου. Και αν εί­μα­στε α­ντι­μέ­τω­ποι τώ­ρα με τις δυ­σκο­λί­ες του σή­με­ρα και του αύ­ριο, ε­γώ πά­ντα έ­χω έ­να ό­νει­ρο. Εί­ναι έ­να ό­νει­ρο βα­θιά ­ρι­ζω­μέ­νο μέ­σα στο α­με­ρι­κα­νι­κό ό­νει­ρο...”